Cookies στο
Grand Magazine

To Grand Magazine χρησιμοποιεί cookies για την καλύτερη δυνατή εμπειρία. Για να συνεχίστε να χρησιμοποιείτε το site, παρακαλούμε επιτρέψτε τα cookies, αλλιώς μπορείτε να ανατρέξετε σε οδηγίες του browser σας για το πως θα τα αποκλείσετε.
Επιτρέπω τα Cookies
FaceToFace

Βάνα Πεφάνη
Μια μεταξένια ψυχή του θεάτρου μας καλεί να πάψουμε να είμαστε θεατές της ίδιας μας της ζωής.

Η Βάνα Πεφάνη, δοκιμασμένη και δημοφιλής πρωταγωνίστρια του θεάτρου και της τηλεόρασης, τα τελευταία χρόνια παρουσιάζει ένα άλλο πρόσωπο, κοινωνικά ευαίσθητο, πολιτικά συνειδητοποιημένο και καλλιτεχνικά ριψοκίνδυνο. Μετά από μερικά χρόνια πρωτοποριακών παραστάσεων που έγραψε, σκηνοθέτησε και έπαιξε η ίδια, ήρθε η στιγμή να μείνει πίσω από τα φώτα της σκηνής και να μας παρουσιάσει ένα κοινωνικά φορτισμένο θέαμα γύρω από το trafficking και τις παρενέργειές του, που ήδη συζητείται στους κύκλους των θεατρόφιλων: «Εσύ πήγες στο Underground; Όχι, αλλά άκουσα καλά λόγια και θα πάω». Έτσι κυρίως, από στόμα σε στόμα μεταδίδεται η φήμη του. Με αφορμή την ιδιαίτερη αυτή παράσταση κάναμε μια συζήτηση που εξελίχθηκε σε συναισθηματικό ποτάμι. Πάμε λοιπόν!

Ανεβαίνοντας συγκλονισμένος τα σκαλοπάτια από την μυστική υπόγεια στοά όπου «ζουν» οι Μεταξωτές Γυναίκες, ανάμεσα στις σκόρπιες σκέψεις και τα έντονα συναισθήματα, ένα ερώτημα κυριαρχούσε: πως κατάφερε να συμπυκνώσειμε τόση υπόκωφη οργή-μέσα σε 70 λεπτά τον σύγχρονο εθνικό μας ψυχισμό η πένα μιας τόσο μειλίχιας και χαμηλών τόνων καλλιτέχνιδας;

Νομίζω ότι, όπως όλοι οι Έλληνες αυτό τον καιρό, έχω πολύ θυμό μέσα μου! Και το έργο ξεκίνησε έχοντας ως βάση αυτό το θυμό μου και μάλιστα από το 2012, όταν κυκλοφόρησαν οι φωτογραφίες των οροθετικών εκδιδόμενων γυναικών κάτι που θεωρώ ωμή καταπάτηση ανθρωπίνων δικαιωμάτων: πώς να το κάνουμε, δεν βγάζεις φωτογραφίες ασθενών σε δημόσια θέα, δεν τους διαπομπεύεις! Από τότε καταλάγιασα, ασχολούμενη ενδιάμεσα με άλλα σχέδια, όμως όταν ξανάπιασα να το δουλεύω, κάνοντας έρευνα και συνεντεύξεις, άρχισα να φεύγω σχεδόν άρρωστη μετά από κάθε συνάντηση. Έγραφα, έσκιζα, άφηνα στην άκρη τα γραπτά μου και τελικά άφησα να περάσει ένα πεντάμηνο μέχρι να αποστασιοποιηθώ και να το δω ψυχρά. Αυτό με βοήθησε να φτιάξω τους χαρακτήρες μου σαν σύμβολα που ενσωματώνουν πολλούς ανθρώπους που συνάντησα. Αυτή η απόσταση με βοήθησε να διαπραγματευτώ το θέμα με ένα τρόπο που με τη σειρά του βοηθάει τους θεατές να θυμώσουν. Έτσι κατάφερα δηλαδή να διαχειριστώ με ηρεμία την οργή μου και να βοηθήσω το κοινό να θυμώσει!

Πως ανακάλυψες το χώρο της οδού Κοραή που διαμορφώθηκε σε θεατρική σκηνή για τις ανάγκες του έργου;

Δεν τον ανακάλυψα εγώ αλλά ο κ. Αρζόγλου, εμπνευστής της διαμόρφωσής του αλλά και εμπνευστής του Σωματείου Πέτρα. Ο κ. Αρζόγλου είναι πάντα ενθουσιώδης σε ότι καταπιάνεται-μη ξεχνάμε το Αεικίνητο που είχε δημιουργήσει, μια μεταφερόμενη σκηνή-τέντα- και τον ενθουσιασμό του μετέδωσε σε όλους μας στο Σωματείο. Όταν μπήκαμε μέσα και είδαμε το χώρο, εγκαταλειμμένο και αδιαμόρφωτο, είπα μέσα μου αυτό είναι, εδώ θα παιχθεί το έργο μου. Βρήκα το φυσικό μου χώρο.

Πέρα από την τέχνη, με ποιο τρόπο μπορεί να καταπολεμηθεί κάτι τόσο δυνατό όπως το trafficking; Θεωρείς ότι πρόκειται για μοντέρνα μορφή δουλείας;

Πιστεύω ότι για να καταπολεμήσουμε μια τέτοια ιστορία, πρέπει να ξεκινήσουμε από τα σχολεία, από τα νέα παιδιά. Το Trafficking είναι μια πληγή, το να μπορούν άνθρωποι να εμπορεύονται ανθρώπους είναι όπως είπες μια μορφή δουλείας, κάτι ανεπίτρεπτο στις μέρες μας. Αυτό που πρέπει να φύγει λοιπόν από την εξίσωση ζήτηση/αγορά είναι η πελατεία. Αν φύγει η πελατεία, η Ζήτηση, τότε η Αγορά θα μείνει μόνη. Και όταν το προϊόν, επί του προκειμένου οι άνθρωποι, μένει στα αζήτητα τότε κάποια στιγμή αυτή η Αγορά θα σβήσει. Για να γίνει αυτό θα πρέπει οι άνθρωποι να εκπαιδεύονται από τα σχολεία πώς να μην γίνουν Πελάτες.

Πες μας λίγα λόγια για την Πέτρα, το σωματείο του οποίου είσαι ιδρυτικό μέλος.

Πρόεδρος είναι ο Κώστας Αρζόγλου που ανέφερα πριν και εγώ ανήκω στο Δ.Σ. Η Πέτρα είναι…μια τρέλα! Σήμερα, μέσα σε μια οικονομική κρίση που δεν ξέρεις τι σου ξημερώνει κάθε φορά, είναι μια τρέλα να φτιάχνεις ένα Σωματείο, να διαμορφώνεις ένα χώρο. Μπορεί βέβαια αργότερα να αποδειχθεί ότι ήταν και μια επαναστατική,με βάση τα σημερινά δεδομένα, πράξη. Πιστέψαμε στο όραμα του Κώστα Αρζόγλου, πήραμε ένα χώρο, τον διαμορφώσαμε, δουλεύουμε χωρίς αμοιβή, από καθαρισμούς μέχρι και ηλεκτρολογικά και, ναι, είμαστε εδώ και μοιραζόμαστε τον ενθουσιασμό μας. Λατρεύω ανθρώπους, όπως ο κ. Αρζόγλου που μετά από τόσα χρόνια στο θέατρο, είναι εδώ και δοκιμάζει καινούργια πράγματα, λατρεύω τους ενθουσιώδεις ανθρώπους σαν αυτόν.

Το πλατύ κοινό σε γνώρισε μέσα από την τηλεόραση ως Αμαλία Ρούσσου στα Μυστικά της Εδέμ, ένα ρόλο που θεωρώ βέβαιο ότι έχει ήδη περάσει και καταγραφεί στην εγχώρια τηλεοπτική ιστορία. Πριν από αυτό όμως υπήρξε μια θεατρική καριέρα με καλλιτεχνικές περγαμηνές. Να μιλήσουμε λίγο για αυτό το παρελθόν;

Είμαι παιδί του Θεάτρου Τέχνης! Αριστούχος απόφοιτος έπαιξα πρώτη φορά στο Διαμάντια και Μπλουζ την κόρη της Τζένης Καρέζη. Μια φοβερή παράσταση σε σκηνοθεσία του Βασίλη Παπαβασιλείου, τελευταία της Καρέζη και πρώτη δική μου. Τι να πω, η αρχή μου ήταν εξαιρετική. Ακολούθησε η συνεργασία μου με το Γιάννη Κακλέα και τον ιστορικό πια Τεχνοχώρο της Μαυρομιχάλη, στη συνέχεια δημιουργήσαμε την ομάδα «Πρόσωπα» με τον Κυριάκο Κοσμίδη, τον Αιμίλιο Χειλάκη και τη Μαριλένα Παναγιωτοπούλου. Τότε, γύρω στο 2002, άρχισα να σκηνοθετώ, ξεκινώντας από τη Μις Τζούλια σε μια διασκευή που περιλάμβανε και την Πιο Δυνατή. Και βέβαια, εξαρχής μπήκα και διαμόρφωσα ένα απρόβλεπτο χώρο, συγκεκριμένα το θερινό σινεμά Αφροδίτη στο Γκάζι. Χειμώνας τώρα, τι να λέμε! Με την ίδια ομάδα, σε σκηνοθεσία Νίκου Καραγεώργου κάναμε το γνωστό Boys don’t cry με τίτλο Τίνα Μπράντον Τίνα. Ένας πολύ απαιτητικός ρόλος γιατί έπρεπε να υποδυθώ το Αγόρι.

Αυτός ο ρόλος όμως είχε φέρει Oscar στο σινεμά, έτσι δεν είναι;

Ναι, είχε φέρει, εδώ όμως έφερε περίεργα πράγματα! Κατ’αρχήν η παράσταση είχε απρόβλεπτα μεγάλη επιτυχία στην Πάτρα αλλά και στη Θεσσαλονίκη ενώ στην Αθήνα έφερε ένα φόβο, μια απορία του κοινού τύπου και εμάς τι μας νοιάζει που ένα κορίτσι θέλει να γίνει αγόρι; Η Αθήνα υπήρξε συντηρητική απέναντι σ’αυτήν την παράσταση. Μετά έκανα και άλλα πράγματα, έκανα βέβαια τηλεόραση, έπαιξα τη Στρίγγλα του Σαίξπηρ σε σκηνοθεσία Γιάννη Κακλέα, στο Ηρώδειο και σε περιοδεία, και κατέληξα την τελευταία πενταετία να γράφω, να σκηνοθετώ και να παίζω σε δικά μου έργα, εκτός από το φετινό που έχω γράψει και σκηνοθετήσει, χωρίς να παίζω.Παραδέχτηκα πια ότι κανείς δεν μπορεί να τα κάνει όλα μαζί οπότε…

Σήμερα πως βλέπεις την κατάσταση γενικά; Θα έλεγες ότι η οικονομική κρίση είναι και μια ευκαιρία να δείξει ο κάθε καλλιτέχνης το καλλιτεχνικό αλλά και το ανθρώπινο μέγεθος του;Εσύ πως τοποθετείς τον εαυτό σου στο σύγχρονο καλλιτεχνικό χώρο;

Δύσκολη ερώτηση! Πως βλέπω την κατάσταση…η κατάσταση είναι τέτοια που σε κάνει να θες να σηκωθείς να φύγεις, όπως τόσοι και τόσοι πια. Από την άλλη η δουλειά μας, το θέατρο, είναι δύσκολο να γίνει σε άλλη γλώσσα κι αυτό είναι ένας ανασταλτικός παράγοντας. Όσον αφορά το πώς βλέπω τον εαυτό μου, αλλοίμονο αν περιμέναμε την κρίση, την όποια κρίση να βγάλει από μέσα μας το ανθρώπινο στοιχείο. Όταν ξεκίνησα να ασχολούμαι με κοινωνικά θέματα, η κρίση δεν μας είχε χτυπήσει ακόμα. Ήταν όμως για μένα εκείνη η στιγμή που ένας άνθρωπος αρχίζει και «βλέπει» γύρω του.  Όταν είσαι νέος κοιτάς αλλά δεν βλέπεις σε βάθος, έχεις τη ζωή σου να ζήσεις, έχεις όνειρα, έχεις άλλη ορμή. Εγώ πάλι, μεγαλώνοντας, άρχισα να βλέπω καλύτερα γύρω μου, να διαβάζω, να μαθαίνω τι γίνεται στον τόπο μου, να εξοικειώνομαι με την πολιτική ενώ πριν, μέχρι τα τριάντα να πω, ζούσα μέσα σ αυτή τη φούσκα που ζούσαμε όλοι. Τώρα πια με πληγώνουν πράγματα, με θυμώνουν πράγματα και μέσα από αυτό που πιστεύω ότι ξέρω να κάνω, το θέατρο, περνάω τις αγωνίες μου στο κοινό, είτε γράφοντας και σκηνοθετώντας είτε παίζοντας. Είναι ένας τρόπος όχι η λύση, δεν ξέρω ποια θα είναι η λύση, πάντως αυτό που κάνω το κάνω με ειλικρίνεια και το μοιράζομαι με αγάπη. Πιστεύω πολύ στα νέα παιδιά…

Τα θέματα που σε απασχολούν περιλαμβάνουν συχνά το ρατσισμό, την καταπίεση και την ξενοφοβία. Θεωρείς ότι αυτά τα συναισθήματα είναι μονόπλευρα, δηλαδή από δω οι θύτες από εκεί τα θύματα; Ή μήπως τυχόν είναι «αμοιβαία τα αισθήματα»;

Η περιθωριοποίηση και οι ταμπέλες που μπαίνουν από ανθρώπους προς άλλους ανθρώπους είναι πάντα αμφίδρομες. Εύκολα μπορεί να χαρακτηρίσει κάποιος ένα άτομο που ζει στο δρόμο ως περιθωριακό, αλήτη κλπ. αλλά και το ίδιο εύκολα μπορεί αυτό το άτομο που ζει στο δρόμο να χαρακτηρίσει εκείνον κλέφτη, απατεώνα, της συνομοταξίας του μαζί τα φάγαμε κ.ο.κ. Εμένα δεν μου αρέσουν οι ταμπέλες στους ανθρώπους! Στη δυσχερή θέση που βρίσκεται κάποιος, μπορεί κάλλιστα αύριο το πρωί να βρεθώ εγώ κι αυτό είναι κάτι που όλοι μας πρέπει να το έχουμε υπόψη, να μην είμαστε απόλυτοι, να βοηθάμε γιατί μπορεί αύριο να χρειαστούμε και εμείς βοήθεια και κανείς να μην απλώνει το χέρι του αφού κι εμείς δεν το κάναμε. Ο μόνος τρόπος να βγούμε από αυτό το φαύλο κύκλο των αρνητικών συναισθημάτων είναι να κατανοήσουμε ότι η ζωή είναι μια και μοναδική, οι άνθρωποι ίδιοι σε όλα τα μήκη και τα πλάτη, ότι γεννιόμαστε και πεθαίνουμε και στο ενδιάμεσο πρέπει να ανακαλύψουμε το γιατί. Γιατί είμαστε εδώ, τι θα προσφέρουμε σ αυτή την αλυσίδα της ζωής, πως θα την τροφοδοτήσουμε. Οι άνθρωποι που δεν έχουν ποτέ αναρωτηθεί το πώς και το γιατί νομίζω ότι χάνουν μεγάλο μέρος της ουσίας της ύπαρξής τους.

Σε συνέχεια της παραπάνω ερώτησης-και για να κάνω το δικηγόρο του διαβόλου- πιστεύεις ότι η ελληνική κοινωνία είναι έτοιμη να δεχθεί αυτό το «προσφυγικό σοκ» που έχει ξεκινήσει αλλά και οι πρόσφυγες είναι έτοιμοι να ενταχθούν σε μια κοινωνία εντελώς ξένη από κάθε άποψη; 

Η οικογένειά μου από την πλευρά της μητέρας μου ήταν πρόσφυγες. Ήρθαν από την Κωνσταντινούπολη μόνο με τα ρούχα που φορούσαν και με ένα βρεγμένο μπόγο στην πλάτη. Χάσανε τα σπίτια τους, τις δουλειές τους, τα πάντα και ήρθαν εδώ και ξεκίνησαν από την αρχή. Θα μου πεις ήταν Έλληνες και εγκλιματίστηκαν, τους στήριξε και η Ελλάδα λίγο πολύ, πάλεψαν, έκαναν οικογένειες, έζησαν ξανά. Σε κανέναν όμως δεν είναι εύκολο να φύγει από τη χώρα του, να αφήσει ότι έχει και δεν έχει, ανεξάρτητα από εθνικότητα. Εμείς λοιπόν εφόσον δεν μπορούμε να παρέχουμε σήμερα στους πρόσφυγες τα απαραίτητα, πρέπει τουλάχιστον να βρούμε ένα τρόπο ασφαλή να τους μετακινήσουμε προς τους προορισμούς που θα μπορέσουν να τους βοηθήσουν. Μην ξεχνάμε ότι είμαστε ουσιαστικά ένα πέρασμα και έτσι, με τις πολλές οργανώσεις που δραστηριοποιούνται για αυτό το σκοπό, πρέπει να τους βοηθήσουμε να καταφέρουν να περάσουν στους τόπους που έχουν τη δυνατότητα να τους παρέχουν ότι χρειάζονται. Εμείς, αυτή τη στιγμή, είμαστε πραγματικά αδύναμοι, ούτε οι ίδιοι καλά καλά δεν έχουμε να φάμε, πώς να φιλοξενήσουμε κι άλλους; Παρόλα αυτά, λέω ότι όταν έχω ένα κομμάτι ψωμί, πρέπει να μπορώ να το μοιραστώ.

Θεωρείς ότι διατηρούνται ακόμη γραμμές μεταξύ προοδευτικού και συντηρητικού θεάματος και κοινού; Τι τύχη θα είχαν σήμερα ο Μπρεχτ ή ο Ζενέ όσον αφορά την πρόσβαση σε πλατιά ακροατήρια;

Έχει διαπιστωθεί ότι τα τελευταία χρόνια υπήρξαν νέες ομάδες που ανέβασαν αυτούς τους συγγραφείς, ειδικά με τον Μπρεχτ την τελευταία διετία έγινε χαμός. Ο Ζενέ πάλι είναι πιο δυσκολοχώνευτος, εγώ ασχολήθηκα τα τελευταία δυο χρόνια, το Εθνικό ανέβασε τις Δούλες, σιγά-σιγά τον προσεγγίζουν. Το κοινό πάντα έχει ανάγκη να ανακαλύπτει συγγραφείς και μάλιστα τώρα τελευταία διαπιστώνω και μια στροφή προς το νεοελληνικό έργο. Νέοι άνθρωποι γράφουν, γίνονται σεμινάρια συγγραφής, ο κόσμος ανταποκρίνεται όταν πληροφορείται ότι ανέβηκε ένα καινούργιο ελληνικό έργο.

Θα έκανες παραχωρήσεις προς μια πιο mainstreamαισθητική αν χρειαζόταν?

Χμμ, θα έκανα παραχωρήσεις σε διάφορα πράγματα αλλά η αισθητική είναι το ευαίσθητο σημείο μου. Δεν μπορώ να τη διαπραγματευτώ! Δεν μπορώ να διαπραγματευτώ την έφεσή μου να κάνω πράγματα σε περίεργους χώρους και να τους διαμορφώνω όπως εγώ θέλω. Και για να κάνω εγώ τώρα το Δικηγόρο του Διαβόλου ρωτάω: κι αν μου έδιναν το Μέγαρο ή την Κεντρική σκηνή του Εθνικού; Τι θα έκανα; Αισθάνομαι ότι δεν θα ήξερα τι να κάνω αν μου έδιναν ένα θέατρο με τους θεατές από τη μια μεριά και με μια υπερσύγχρονη τεχνολογικά και υπερυψωμένη «Ιταλική» σκηνή από την άλλη. Αισθάνομαι άνετα όταν διαμορφώνω το χώρο μου. Δεν μπορώ να αναπτύξω το όνειρό μου σε έναν ήδη διαμορφωμένο χώρο. Το όνειρο μου περιλαμβάνει τα πάντα, πώς να το πω, θέλω να βάψω, να βάλω τα καλώδια…Θα πρέπει λοιπόν οι τυχόν παραχωρήσεις μας να είναι τέτοιες που να μην είναι σε θέση να βλάψουν το όνειρό μας, το έργο μας.

Πως έγινε η επιλογή του καστ για τις Μεταξωτές Γυναίκες? 

Φαντάζομαι ότι με ρωτάς επειδή είναι καλό το καστ, έτσι; Λοιπόν όταν έγραφα, είχα υπόψη μου δύο τρία άτομα και στην πορεία βρήκα και τα υπόλοιπα. Οι δύο τελευταίοι ρόλοι που με δυσκόλεψαν ήταν ο ρόλος της Μάνας, με τον οποίο ενδόμυχα φλέρταρα-πρέπει να το ομολογήσω-αλλά τελικά παρέμεινα πιστή στην αρχική μου απόφαση, να απέχω από τη σκηνή, και βέβαια ο ρόλος του κακού της υπόθεσης. Για αυτόν το ρόλο ήθελα ένα ηθοποιό που θα πήγαινε κόντρα στη μέχρι τώρα εικόνα του και θα έκανε την «τούμπα» ερμηνεύοντας έναν κακό και τελικά νομίζω, τα κατάφερα. Όπως και με όλο το καστ από το οποίο δεν θα άλλαζα κανέναν! Πιστεύω πολύ στους ηθοποιούς μου και αισθάνομαι ευγνώμων, επειδή πίστεψαν κι αυτοί σε μένα! Την Ωρόρ πρέπει να πω ότι την είχα από την αρχή και επειδή την είχα, αποφάσισα να κάνω αυτό το έργο τώρα.

Θα επέστρεφες στην τηλεόραση αν σου πρότειναν κάτι καλό; Είτε σαν ηθοποιός είτε σαν σκηνοθέτης;

Σαν σκηνοθέτης κατηγορηματικά όχι γιατί είναι μια άλλη τέχνη που δεν έχω σπουδάσει. Σαν ηθοποιός όμως ευχαρίστως! Έχω κάνει πολλή τηλεόραση, την έχω αγαπήσει, είναι ένα μέσο που μπαίνει στα σπίτια των ανθρώπων. Έχω ακούσει συναδέλφους να λένε ότι το κάνουν για τα λεφτά και δίκιο έχουν, βεβαίως να πληρωθούν αλλά θα πρέπει αυτό που κάνουμε, που μπαίνει στα σπίτια, να φροντίζουμε να είναι καλό. Σήμερα διαπιστώνω ότι λείπουν τα καλά δραματικά σενάρια, μια και εγώ ρέπω προς το δραματικό στοιχείο-με κωμωδία λίγο έχω ασχοληθεί. Φυσικά και θα έκανα τηλεόραση αν έβρισκα κάτι καλό.

Και στο θέατρο; Πότε θα σε ξαναδούμε να ερμηνεύεις;

Στις 14 του Γενάρη στο Ίδρυμα Κακογιάννη, σε ένα εξαιρετικό έργο του Τέννεση Γουίλιαμς, τον Τελευταίο Επισκέπτη που έχει μεταφράσει ο Ερρίκος Μπελιές, σκηνοθετεί ο Κοραής Δαμάτης και πρωταγωνιστεί η Νόρα Κατσέλη. Μαζί της παίζουμε εγώ, η Νεφέλη Ορφανού και ο Σόλων Τσούνης. Εδώ και ενάμιση μήνα έχουμε ξεκινήσει πρόβες, η παράσταση θα παιχτεί στο Υπόγειο του Ιδρύματος για ένα μήνα και φυσικά σας περιμένουμε. 

Και για να κλείσουμε, με δεδομένη τη ρευστή και «ανατρεπτική» τρέχουσα πολιτική κατάσταση, πως βλέπεις το καλλιτεχνικό μέλλον για την χώρα αλλά και για σένα προσωπικά?

Έχω πάψει να κάνω όνειρα και μακροπρόθεσμα σχέδια, το πάω λίγο-λίγο, σκέφτομαι με προοπτική ενός μήνα. Παλιά ήθελα να ξέρω, σχεδίαζα τι θα κάνω τον επόμενο χειμώνα, τώρα δεν ξέρω. Κι αυτή η αμφιβολία για το μέλλον είναι αυτό που μας τσακίζει όλους. Παρόλα αυτά έχω να πω ότι εάν το παρόν μας το ζούμε πραγματικά και δεν το αφήνουμε απλά να περάσει, φτιάχνοντας όπως μπορούμε ο καθένας το μέλλον, τότε σύντομα θα έχουμε και μέλλον και όνειρα. Αρκεί να μην είμαστε απαθείς και θεατές της ίδιας μας της ζωής. 

Συνέντευξη: Τάσος Ντερτιλής

Φωτογράφηση: Νίκος Ζαχαρόπουλος

Location: Underground, Κοραή 4

Για περισσότερες πληροφορίες και κριτική για την παράσταση, πατήστε εδώ

Βαθμολογήστε:
Βαθμολογία: 5/5