Cookies στο
Grand Magazine

To Grand Magazine χρησιμοποιεί cookies για την καλύτερη δυνατή εμπειρία. Για να συνεχίστε να χρησιμοποιείτε το site, παρακαλούμε επιτρέψτε τα cookies, αλλιώς μπορείτε να ανατρέξετε σε οδηγίες του browser σας για το πως θα τα αποκλείσετε.
Επιτρέπω τα Cookies
CinemaΑ΄Προβολή με τον Τάσο Ντερτιλή

The House that Jack built – Το Σπίτι που έχτισε ο Τζακ
Προκλητικό, αήθες αλλά και φιλοσοφημένο, είναι ένα συγκαλυμμένα αυτοβιογραφικό πορτραίτο ενός serial…artist.

 

 

 

Παραγωγή: Δανία - 2018 

Συμπαραγωγοί: Γαλλία/Γερμανία/Σουηδία 

Διάρκεια: 156 λεπτά 

Είδος: Μαύρη Κωμωδία Τρόμου 

Βαθμολογία: * * * * 

Σκηνοθεσία: Lars von Trier 

Πρωταγωνιστούν: Matt Dillon, Bruno Ganz, Uma Thurman, Siobhan Fallon Hogan, Sofie Gråbøl, Riley Keough, Jeremy Davies. 

Υπόθεση: Στην Αμερική του 70 ζει ο εξαιρετικά ευφυής και ταλαντούχος αρχιτέκτονας Τζακ. Εκτός από πετυχημένος δημιουργός, ο Τζακ είναι ένας κατά συρροή δολοφόνος (με ψυχαναγκαστικό σύνδρομο επίσης) που έχει μακελέψει πάνω από 60 ανθρώπους, ανεξαρτήτως φύλου και φυλής. Ο Τζακ ισχυρίζεται πως από μόνη της, κάθε δολοφονία είναι ένα έργο τέχνης και μας αφηγείται (ή καλύτερα αφηγείται σε κάποιον τρίτο αθέατο σε μας, τον αποκαλούμενο Βερτζ) την αιματοβαμμένη ιστορία του, σταματώντας σε φόνους ορόσημα που καθόρισαν την εξέλιξή του.  Όσο η αστυνομία τον πλησιάζει, ο Τζακ παίρνει ολοένα και μεγαλύτερα ρίσκα, στην προσπάθειά του να δημιουργήσει το απόλυτο έργο τέχνης. Όταν το έργο του ολοκληρωθεί όμως, είναι βέβαιο ότι θα έρθει και η ανταμοιβή… 

Σύμφωνα με τα production notes o Λαρς φον Τρίερ γράφει πλέον το φ από το «φον» με πεζά κι όχι με κεφαλαία. Να πρόκειται μήπως για δείγμα αλλαγής νοοτροπίας ή μήπως συνεχίζει να μας δουλεύει κανονικά αφού το φον μόνος του το πρόσθεσε στο όνομά του εξ αρχής;  Ίχνη μείωσης αλαζονείας δεν υπάρχουν πουθενά οπότε μάλλον το δεύτερο συμβαίνει, τώρα για λόγους μούρλας ή marketing αυτό είναι αδιάφορο. Κι όχι μόνο μας τρολάρει ο Λαρς αλλά κοροιδεύει και τον ίδιο του τον εαυτό αφού ελάχιστα καλύπτεται η δική του καλλιτεχνική οντότητα πίσω από το φονικό του δημιούργημα. Το σπίτι που έχτισε ο Λαρς-Τζακ και που όλο το γκρεμίζει και το ξαναχτίζει και πάλι παραμένει ένα γιαπί με ωραία θέα, καταλήγει να είναι κυριολεκτικά μια νεκρά φύσις, μια άψυχη καλλιγραφία για την οποία μοναδική αμοιβή που αξίζει είναι το…πυρ το εξώτερο. Η Ψυχή ανήκει στον Παράδεισο και το Σώμα στην Κόλαση μας λέει ο Λαρς και φροντίζει να το επαληθεύσει μέσα από την αφήγησή του.

 

Ο Τρίερ φροντίζει να προκαλέσει εξαρχής την τρέχουσα καλλιτεχνική τάξη κα τα #metoo κινήματα αφού βάζει τον Τζακ να ξεκινά τη φονική του καριέρα μετά από παρότρυνση-πρόκληση μιας αντιπαθέστατης και θρασύτατης μεσοαστής που σύμφωνα με την εξέλιξη της Ιστορίας «πήγαινε γυρεύοντας». Με το καλημέρα λοιπόν ο σκοπός της πρόκλησης σκανδάλου επιτυγχάνεται. Στη συνέχεια παραλαμβάνει τη σιωπηλή πλειοψηφία των μικροαστικών προαστείων στο πιο κατάμαυρα αστείο τμήμα της ιστορίας, εκεί όπου εκδη-λώνεται το ψυχαναγκαστικό σύνδρομο του Τζακ και το οποίο παραλίγο να του προκαλέσει μπελάδες με την αστυνομία. Η οικογένεια δεν του ξεφεύγει αφού στην επόμενη ιστορία-περιστατικό μετατρέπει μια «εκδρομή στην εξοχή» α λα Ρενουάρ σε ιμπρεσιονιστικό σφαγείο ενώ η κορυφαία σκηνή έρχεται με το επόμενο περαστικό όταν ο Τζακ προτρέπει το θύμα του να ουρλιάξει για να της αποδείξει ότι ο πόνος και το μαρτύριο κάποιου αφήνουν παγερά αδιάφορη τη σημερινή αποχαυνωμένη κοινωνία που έχει κατρακυλήσει σε απόλυτο έρμαιο του Κακού με Κ κεφαλαίο.

Μια ταινία όπου το βλέμμα του θεατή ταυτίζεται με αυτό ενός serial killer δεν μπορεί όμως παρά να είναι ενοχλητική και να προκαλεί θύελλες και αντεγκλήσεις. Είναι ωστόσο τόσο γοητευτική και αισθητικά άπαιχτη η αφήγηση που ξεχνάς ότι έχεις να κάνεις με ένα ψυχασθενή, ίσως και με δύο-έναν μπροστά και έναν πίσω από την κάμερα. Η νοσηρή εφευρετικότητα των φόνων σε συνδυασμό με το υποκείμενο αυτής της γλαφυρής αφήγησης καθιστούν βέβαια τον θεατή φυσικό συνένοχο στα ειδεχθή εγκλήματα που αναπαρίστανται και την ταινία μια τραβηγμένη στα άκρα (αλλά πολύ άκρα) βερσιόν του χιτσκοκικού παιγνιδιού με τη γοητεία του φόνου. Μόνο που εδώ δεν υπάρχει καλό και κακό. Υπάρχει ο Τζακ, το καθαρτήριο που αντιπροσωπεύει η εξομολόγηση στον εκτός κάμερας μυστηριώδη Βερτζ (από Βιργίλιο ίσως;), οι αναφορές στην Αινειάδα και τον Ντελακρουά, το Fame του Μπόουι στο σάουντρακ και η τιμωρία.

 

Ο καλοδιατηρημένος (55άρης πια) Ματ Ντίλον επανέρχεται με θόρυβο στο κινηματογρφικό προσκήνιο με ένα ρόλο που θα γραφτεί στο βιογραφικό του με χρυσά (ή κόκκινα σαν το αίμα) γράμματα. Αυτό βέβαια με την πάροδο του χρόνου και αφού ξεθυμάνει ο θόρυβος. Η Ούμα Θέρμαν κάνει ένα πολύ σύντομο αλλά χαρακτηριστικό πέρασμα (Λαρς να είναι και ό,τι να’ ναι !). Τώρα όσον αφορά τη χρήση του Fame του Ντέιβιντ Μπόουι τι να πει κανείς. Άγνωσται αι βουλαί του κυρίου. Δε ζει και ο Ντέιβιντ να του κάνει ασφαλιστικά μέτρα αφού το κλασικό αυτό άσμα το συνδέει με τις πιο αποκρουστικές σκηνές φόνων. Ή μήπως ο Λαρς ζήλεψε τον Μπρετ Ίστον Έλις και τη σχέση εκτίμησης του American Psycho με την ποπ σόουλ της Μπελίντα Καρλάιλ και της Γουίτνι Χιούστον;

Η ταινία έκανε παγκόσμια πρεμιέρα στο Επίσημο Πρόγραμμα του Φεστιβάλ Καννών 2018 (Εκτός Συναγωνισμού), αφού έληξε η περίοδος τιμωρίας του σκηνοθέτη για τις πάλαι ποτέ προκλητικά φιλοναζιστικές δηλώσεις του. Και μετά λέει σοκαρίστηκαν οι θεατές και έφευγαν κατά δεκάδες. Σιγά τα αίματα… 

Διανομή: Seven Films 

Στις αίθουσες από 11.10.2018 

 

 

Βαθμολογήστε:
Βαθμολογία: 0/5